Το Μέτσοβο και η Ιστορία του

 Το Μέτσοβο είναι μια ορεινή κωμόπολη του νομού Ιωαννίνων σε υψόμετρο 1.150μ. Ο παραδοσιακός οικισμός, βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νομού, κοντά στα όρια με το νομό Τρικάλων, στις βόρειες πλαγιές, ανάμεσα στα βουνά της μεγαλύτερης οροσειράς της Ελλάδος, της Πίνδου. Οι κάτοικοί του, που σύμφωνα με την απογραφή του 2001 ανέρχονται σε 3.195 κατοικους, είναι κυρίως βλάχικης καταγωγής, και ασχολούνται λιγότερο με τη γεωργία και περισσότερο με την κτηνοτροφία, εξού και το όνομα που έχει αποκτήσει το χωριό για τα προϊόντα του. Αποτελεί έναν από τους τρεις πρώτους προορισμούς χειμερινών αποδράσεων αλλά και ένα δροσερό μέρος μακριά από τον καλοκαιρινό καύσωνα.

ο 15ο αιώνα το Μέτσοβο περιήλθε υπό την οθωμανική κυριαρχία και έγινε τμήμα του σαντζακίου των Ιωαννίνων. Μέχρι τότε ήταν ένα μικρό και φτωχό χωριό, το οποίο κατά το επόμενο διάστημα γνώρισε σταδιακή ανάπτυξη λόγω της στρατηγικής του θέσης και της ανάθεσης από την οθωμανική εξουσία της φύλαξης των ορεινών οδικών αρτηριών και του ανεφοδιασμού του οθωμανικού στρατού. Ταυτόχρονα, το Μέτσοβο εξασφάλισε μια σειρά προνομίων το 1430 και – κυρίως – κατά το 1659, που του προσέφεραν ευρεία αυτονομία. Ακολούθησε η αλματώδης αύξηση του πληθυσμού του Μετσόβου, μέσω της προσέλκυσης κατοίκων από γειτονικές και όχι μόνο περιοχές.

Καθ’ όλη την τελευταία περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (18ος αιώνας-1913) ο πληθυσμός του Μετσόβου και της Βόρειας Πίνδου υπέφερε από ληστρικές επιδρομείς, ενώ κατά την τοπική ελληνική επανάσταση του 1854, η πόλη λεηλατήθηκε από τα οθωμανικά στρατεύματα και τους άνδρες του Θεόδωρου Γρίβα, πρώην στρατηγού του Ελληνικού στρατού, κατά τη σύγκρουσή τους για τον έλεγχο της πόλης.

Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο το Μέτσοβο κάηκε από συμμορίες. Το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1912 στρατεύματα εθελοντών από την Κρήτη με περίπου 340 στρατιώτες του τακτικού Ελληνικού Στρατού υπό το συνταγματάρχη Μήτσα προέλασαν μέσω της Θεσσαλίας στην τότε ελληνοτουρκική μεθόριο στις κορυφές ανατολικά του Μετσόβου.

Στις 31 Οκτωβρίου 1912 τα ελληνικά στρατεύματα, βοηθούμενα από ανταρτικές ομάδες από την Ήπειρο και εθελοντές από το Μέτσοβο, έχοντας διασχίσει την κορυφογραμμή Κατάρας-Ζυγού κατά τη διάρκεια της νύχτας, επιτέθηκαν στην τουρκική φρουρά του Μετσόβου, που αποτελείτο από 205 στρατιώτες και δύο κανόνια. Η μάχη κράτησε μέχρι τις 4 μ.μ., οπότε οι Οθωμανοί στρατιώτες της φρουράς ύψωσαν λευκή σημαία και παραδόθηκαν.

Μετά την απελευθέρωση του Μετσόβου, δημιουργήθηκε το απόσπασμα Μετσόβου, το οποίο, αποτελούμενο από τακτικά και εθελοντικά σώματα, αντιμετώπισε με επιτυχία τις προσπάθειες των τουρκικών δυνάμεων για ανάκτηση της κωμόπολης. Αργότερα, με την αναδιοργάνωση των ελληνικών δυνάμεων στο μέτωπο της Ηπείρου, δημιουργήθηκε στην κωμόπολη η Ταξιαρχία Μετσόβου.

Το Μέτσοβο έγινε γνωστό από τους ανθρώπους που δημιούργησε και το δημιούργισαν, τους ευεργέτες του, όπως τον αείμνηστο πολιτικό Ευάγγελο Αβέρωφ, τον επιχειρηματία και ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ, τον εθνικό ευεργέτη Νικόλαο Στουρνάρα, τον Βαρόνο Μιχαήλ Τοσίτσα και πολλούς άλλους.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ φυτεύει, τα πρώτα στην Ελλάδα, κλήματα της ποικιλίας Cabernet Sauvignon στις απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου και εμφιαλώνει στο κατώγι του σπιτιού του στο Μέτσοβο το κρασί που παίρνει το όνομα Κατώγι Αβέρωφ. Ο Αβέρωφ δημιουργεί έναν από του πιο φημισμένους και πιο ορεινούς αμπελώνες στη χώρα μας, κτίζει ένα μικρό οινοποιείο στις ανατολικές παρυφές του Μετσόβου. Το κόκκινο κρασί Κατώγι γίνεται γνωστό σε όλη τη χώρα και αποσπά βραβεία στο εξωτερικό. Το κρασί αυτό θα αποτελέσει το πρώτο λιθαράκι στη διεύρυνση των ελληνικών ποικιλιών και στο πάντρεμά τους με ξένες ποικιλίες.

Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας
“Με λογισμό και μ’ όνειρο”